Tαξίδι μέσα από μια φλόγα...
… όταν λίγα χρόνια πριν, μία παρέα χωρισμένων γυναικών, φύγανε για εκείνο το τριήμερο. Τότε γνώρισε τον Αργεντίνο. Τότε, μετά από καιρό, ένιωσε ξανά κάτι μέσα της να την καίει. Ο Αργεντίνος, με εκείνη την παράξενη προφορά, της ξύπνησε την όρεξη για ζωή! Της μιλούσε για το πάθος, κρατώντας μπροστά της ένα σπίρτο αναμμένο. Αυτή, χαμένη στη σπίθα, ταξίδεψε…
…Ταξίδεψε στην Σαντορίνη. Εκεί πήγαν ταξίδι του μέλιτος πριν χρόνια, αυτήν και ο άντρας της. Καθισμένοι στο πέτρινο παγκάκι, σφιχτά αγκαλιασμένοι, κάνανε όνειρα. Ρίγησε και άφησε έναν αναστεναγμό. Στον ορίζοντα, ο ήλιος τους καληνύχτιζε σκορπώντας ένα χρυσό πέπλο. Την μάγεψε! Κοίταζε το χρυσάφι που απλώθηκε και τα μάτια της καρφώθηκαν στο φλογερό κύκλο, πριν ακόμη σβήσει. Θυμήθηκε…
…ήταν έφηβη. Τα ξεβαμμένα από το κλάμα μάτια της, μαύρισαν τα λευκά σεντόνια. Δεν τον αγάπησε τόσο, ώστε να τον κρατήσει κοντά της, σκεφτόταν. Ήξερε ότι ήταν πολύ μικρή ακόμα, ότι θα υπήρχαν κι άλλοι, αλλά αυτός ήταν ο πρώτος της έρωτας. Κι αυτός ο χωρισμός, την πονούσε πολύ. Η λάμπα του δωματίου τρεμόσβησε. Ασυναίσθητα, γύρισε και κοίταξε τη λυχνία…
… Κοίταζε τη λυχνία για πολλή ώρα και μετά έτριψε τα μάτια της.
“Κοριτσάκι μου”, φώναξε ο μπαμπάς, “μην κοιτάς τόση ώρα το φως. Θα πονέσουν τα ματάκια σου”. “Μα μπαμπά, το φως έχει κάτι μαγικό, κοιτάζω μέσα του και χάνομαι…”
Και πριν ολοκληρώσει, το κοριτσάκι πλησίασε το παράθυρο, τράβηξε τις κουρτίνες και κοίταξε τα αστέρια…